Ellington – Suite from The River (2025 Naomi Main)
Suite from The River – Duke Ellington
Edward Kennedy “Duke” Ellington is among the most prominent musicians of the twentieth century, famous for his innovative compositional style that evades categorization, encompassing both jazz and classical genres. Born in 1899 in Washington D.C. to musical parents, Ellington was steeped in the arts from a young age. He began classical piano lessons at the age of seven and continued to play throughout his youth, while specializing in commercial visual arts in school. He fell in love with the jazz genre in his early teen years, and shortly thereafter began playing in various ensembles throughout Washington D.C. before founding his own band, The Duke’s Serenaders. His first compositions were written for and performed by this band in various spaces throughout the city, spanning racial boundaries and establishing Ellington as an artist whose work bridged communities and traditions in a time in which division was rampant. Through his work, Ellington challenged traditions of musical spatialization, presenting his work on all stages, from the largest concert halls to community-based jazz clubs. His commitment to musical bridging was epitomized when he was nominated to the role of Jazz Ambassador by the U.S. Department of State, alongside contemporaries such as Louis Armstrong, Benny Goodman, and Dave Brubek, in an attempt to project a harmonious image of American interracial identity both domestically and abroad.
The end of Ellington’s career is marked by a series of monumental works, including the Suite from his ballet, The River, which was commissioned by the American Ballet Company in celebration of their 30th anniversary. His compositional process was incredibly thorough and uniquely dynamic, as Ellington frequently came to rehearsal with unfinished ideas, which he tested and refined with the orchestra, a process which choreographer Alvin Ailey claimed made their collaboration both challenging and particularly inspiring. Even at its premier, the work was considered unfinished, and was first presented with the title “Seven Dances from a Work in Progress Entitled ‘The River.’”
Throughout his River Suite, Ellington weaves a spiritual journey, following a river from its source, as it carves through the landscape, and finally empties into the vast ocean. Ellington The work opens with a movement titled Spring, which features a swirling melody, which is passed through the winds, finally landing in the string section in a powerful unison. The water trickles into the next movement, The Meander, beginning and ending with wandering and free flute cadenzas. Next, the Giggling Rapids draws inspiration from Bebop melodies, with the orchestra imitating the style of a Big Band as a pizzicato bassline accompanies a playful, swung melody. The Lake continues in a grandiose style, an indulgent and vast melody soaring above a rhythmic underpinning inspired by Latin music traditions.
Through this journey, Ellington asserts that “the river is no longer a river. It has passed its point of disembarkation and here we realize the validity of the foundation of religion which is the HEAVENLY ANTICIPATION OF REBIRTH.”
Naomi Main ’26
Translation by Ari Panagiotis Tsomokos ’27, undergraduate student at Yale University from Athens, Greece
Σουίτα από το Ποτάμι – Ντιουκ Έλινγκτον
Ο Έντουαρντ Κέννεντυ «Ντιουκ» Έλινγκτον είναι από τους πιο εξέχοντες μουσικούς του εικοστού αιώνα, διάσημος για το καινοτόμο στυλ σύνθεσης που ξεφεύγει από την κατηγοριοποίηση, περιλαμβάνοντας τόσο το είδος της τζαζ όσο και το κλασσικό. Γεννημένος το 1899 στην Ουάσιγκτον από γονείς μουσικούς, ο Έλινγκτον είχε έντονη επαφή με τις τέχνες από μικρή ηλικία. Ξεκίνησε μαθήματα κλασικού πιάνου σε ηλικία επτά ετών και συνέχισε να παίζει σε όλη τη νεαρή του ηλικία, ενώ ειδικευόταν στις εμπορικές εικαστικές τέχνες στο σχολείο. Ερωτεύτηκε το είδος της τζαζ στα πρώτα εφηβικά του χρόνια, και πολύ σύντομα μετά από αυτά ξεκίνησε να παίζει σε διάφορα σύνολα σε όλη την Ουάσιγκτον πριν ιδρύσει τη δική του μπάντα, The Duke’s Serenaders. Οι πρώτες του συνθέσεις γράφτηκαν για την μπάντα αυτήν και παίχτηκαν από αυτήν σε διάφορα μέρη σε όλη την πόλη, διασχίζοντας και ξεπερνώντας ρατσιστικά όρια και καθιερώνοντας τον Έλινγκτον ως έναν καλλιτέχνη το έργο του οποίου γεφύρωνε κοινότητες και παραδόσεις σε μια εποχή όπου η διχόνοια κυριαρχούσε. Μέσα από τη δουλειά του, ο Έλινγκτον αμφισβήτησε τις παραδοσιακές αντιλήψεις μουσικής χωρικοποίησης, παρουσιάζοντας τη δουλειά του σε όλες τις σκηνές, από τα μεγαλύτερες αίθουσες συναυλιών μέχρι κοινοτικά τζαζ κλαμπ. Η επιτομή της δέσμευσής του στη μουσική γεφύρωση συνέβη όταν προτάθηκε για τον ρόλο του Πρεσβευτή της Τζαζ από το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, μαζί με σύγχρονούς του όπως ο Louis Armstrong, ο Benny Goodman, και ο Dave Brubek, σε μια προσπάθεια να παρουσιαστεί μια αρμονική εικόνα της Αμερικανικής διαφυλετικής ταυτότητας τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και στο εξωτερικό.
Το τέλος της καριέρας του Έλινγκτον σηματοδοτείται από μια σειρά μνημειωδών έργων, συμπεριλαμβανομένης της Σουίτας από το μπαλέτο του, το Ποτάμι, το οποίο του ανατέθηκε από την American Ballet Company για τον εορτασμό της 30ης επετείου της. Η συνθετική του διαδικασία ήταν απίστευτα ενδελεχής και μοναδικά δυναμική, μια και ο Έλινγκτον συχνά ερχόταν στις πρόβες με ημιτελείς ιδέες, τις οποίες δοκίμαζε και τελειοποιούσε με την ορχήστρα, μια διαδικασία που ο Alvin Ailey υποστήριξε ότι έκανε τη συνεργασία τους να αποτελεί συγχρόνως μια πρόκληση αλλά και μια ιδιαίτερη έμπνευση. Ακόμα και στην πρεμιέρα του, το έργο θεωρήθηκε ημιτελές και παρουσιάστηκε πρώτη φορά με τον τίτλο «Επτά Χοροί από ένα Έργο σε Εξέλιξη με Τίτλο «Το Ποτάμι»».
Σε ολόκληρη τη Σουίτα του το Ποτάμι, ο Έλινγκτον πλέκει ένα πνευματικό ταξίδι, ακολουθώντας έναν ποταμό από την πηγή του, όπως χαράζει το τοπίο και τελικά εκβάλλει στον απέραντο ωκεανό. Το έργο ξεκινά με ένα μέρος με τίτλο Άνοιξη, το οποίο χαρακτηρίζεται από μία στριφογυριστή μελωδία, η οποία περνά από τα πνευστά, και τελικά καταλήγει στην ενότητα των εγχόρδων σε μια δυνατή σύνθεση. Το νερό κυλά στο επόμενο μέρος, Η Περιπλάνηση, η οποίο ξεκινά και τελειώνει με περιπλανητικά ελεύθερα σημεία αυτοσχεδιασμού του φλάουτου (αγγλ. free flute cadenzas). Μετά, το Ρεύματα που Χαχανίζουν αντλεί έμπνευση από τις μελωδίες Bebop, με την ορχήστρα να μιμείται το στυλ μιας Big Band ενώ μια πιτσικάτο γραμμή του κοντραμπάσου συνοδεύει μια παιχνιδιάρικη μελωδία που ταλαντεύεται. Η Λίμνη συνεχίζει με μεγαλειώδες στυλ, μια απολαυστική και εκτενή μελωδία που υψώνεται πάνω από ένα ρυθμικό υπόβαθρο που εμπνέεται από τις Λάτιν μουσικές παραδόσεις.
Μέσα από αυτό το ταξίδι, ο Έλινγκτον δηλώνει κατηγορηματικά ότι «ο ποταμός δεν είναι πλέον ποταμός». Έχει περάσει το σημείο της αποβίβασής του και εδώ συνειδητοποιούμε την εγκυρότητα του θεμελίου της Θρησκείας που είναι η ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΡΟΣΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ».
Naomi Main ’26
Μετάφραση – Απόδοση: Άρης Παναγιώτης Τσομώκος ’27, προπτυχιακός φοιτητής Πανεπιστημίου Yale από την Αθήνα