Copland – Billy the Kid (2025 Aiden Magley)
Aaron Copland was born in 1900 to Russian-Jewish immigrants in New York City and quickly took after music, beginning his illustrious composition career at age 15. He honed his abilities in Paris under the tutelage of esteemed composer and conductor Nadia Boulanger and began to craft his own style that would come to be known for its folk influences and encapsulations of 20th century americana. Copland’s affinity for different instrument timbres are highly observable in this piece as he often trades similar, or even identical, rhythmic and harmonic figures between sections and solo instruments of different families. His careful use of each instrument’s unique resonance gives the piece incredible breadth, allowing him to conjure a wide variety of musical colors and images that evoke powerful nostalgia for a time passed.
Billy the Kid was one of three musical suites composed by Copland to accompany ballet productions in the mid-20th century. These ballets, beginning with Billy the Kid in 1938 and followed quickly by Rodeo in 1942 and Appalachian Spring in 1944, would become the composer’s most famous works. The Billy the Kid ballet adaptation follows the turbulent life of the infamous American gunslinger and its reflection of life on the American western frontier in the 19th century.
The suite is split into eight parts, the first of which introduces the audience to the geographical background of the ballet, the open prairie. It begins with a soft, simple melody in the winds section that builds energy and passes into the brass and strings before returning to a serene flute solo. A mournful call in the horns is echoed by solo oboe and other solo instruments before the section climaxes with percussion and brass. II. Street in a Frontier Town comes next, kicked off by a jolly prairie tune played by the piccolo and passed through other sections of the orchestra. A dance feel quickly comes in the brass and string sections, grounded by the rustic sounds of the time-keeping woodblock. The similar musical motifs traded back and forth between different solo instruments and section ensembles introduce a wide cast of characters and give the audience a taste of the chaos of life in the American Wild West.
Copland then takes his listeners further south, the Mexican Celebration & Finale section kicked off by a broad trumpet solo over an alternating two-three feel in the woodblock played underneath. The melodic and rhythmic shapes written here by Copland reflect his time in Mexico in the 1930’s where he found traditional Mexican melodies to infuse with American folkiness and country charm. The section is interrupted abruptly by menacing chords in the brass and celli that announce the death of Billy’s mother, as well as his retaliation against her killer. An apprehensive call recognizable from the first section reappears in the solo oboe and is echoed by the bassoon, segueing nicely into the slow, serene next section, Prairie Night. Listeners here escape the disarray of frontier life for a soft, reflective pause wherein Billy mourns his mother and reckons with his newfound loneliness. Solo flute passes a lamenting motif along to solo trumpet, whose simple phrases soar over a thin accompaniment in the rest of the orchestra, capturing the glory and despair of a cowboy’s life on the prairie. The audience can almost feel the nip of the cold in this moment of stillness under the pastoral stars.
The section’s moment of tranquility and contemplation is soon interrupted by fast hits in the percussion and sharp muted interjections in the trumpet section as Billy is discovered and caught by a rival gang following a gunfight. A tentative motif in the winds builds into the celebration of the next section as the town rejoices the capture of the famous buckaroo. A chaotic and dissonant march ensues, ending with an abrupt diminuendo and fading note in the trumpet that articulates Billy’s death. A slow, mournful string section captures the aftermath of Billy’s execution. After the procession, the finale is opened by the same, though now more sinister, call in the horns from the first section. This motif is similarly traded among sections and solo instruments and builds to a climatic brass fanfare that captures the short-lived fame of the American cowboy and his tumultuous life in the territories. So ends Aaron Copland’s tour through the Wild West and the tale of one of the most wild to ever come through it.
Aiden Magley, ’25
Translation by Ari Panagiotis Tsomokos ’27, undergraduate student at Yale University from Athens, Greece
Ο Ααρών Κόπλαντ γεννήθηκε το 1900 από Ρώσσο-Εβραίους μετανάστες στη Νέα Υόρκη και γρήγορα αφιερώθηκε στη μουσική, ξεκινώντας τη λαμπρή συνθετική του καριέρα στην ηλικία των 15 ετών. Ακόνισε τις ικανότητές του στο Παρίσι, κάτω από τη μαθητεία της έγκριτης συνθέτριας Nadia Boulanger και άρχισε να διαμορφώνει το δικό του στυλ που θα γινόταν στο μέλλον γνωστό για τις παραδοσιακές επιρροές του και την ενσωμάτωση της αμερικανικής μουσικής του 20ου αιώνα. Η ροπή του Κόπλαντ σε διαφορετικά ηχοχρώματα οργάνων είναι πολύ εμφανής σε αυτό το κομμάτι μιας και συχνά εναλλάσσει παρόμοιες, ή ακόμη και όμοιες ρυθμικές και αρμονικές φιγούρες μεταξύ ενοτήτων και σόλο οργάνων διαφορετικών οικογενειών. Η προσεκτική του χρήση του ήχου του κάθε οργάνου δίνει στο κομμάτι απίστευτο εύρος, επιτρέποντάς του να συγκεντρώνει μια μεγάλη ποικιλία μουσικών χρωμάτων και εικόνων που προξενούν έντονη νοσταλγία για τα χρόνια που περάσαν.
Ο Billy the Kid ήταν μία από τρεις μουσικές σουίτες που συνέθεσε ο Κόπλαντ για να συνοδεύσει παραγωγές μπαλέτου στα μέσα του 20ου αιώνα. Αυτά τα μπαλέτα, ξεκινώντας με τον Billy the Kid το 1938 και ακολουθούμενο σύντομα από το Rodeo το 1942 και το Appalachian Spring το 1944, θα γίνονταν τα πιο διάσημα έργα του συνθέτη. Η προσαρμογή του μπαλέτου Billy the Kid ακολουθεί την πολυτάραχη ζωή του διάσημου Αμερικανού πιστολέρο και τον στοχασμό της πάνω στη ζωή στα Αμερικανικά δυτικά σύνορα (στην Αμερικανική άγρια δύση) τον 19ο αιώνα.
Η σουίτα είναι χωρισμένη σε οκτώ μέρη, το πρώτο από τα οποία εισάγει το κοινό στο γεωγραφικό φόντο του μπαλέτου, την ανοιχτή πεδιάδα. Ξεκινά με μια απαλή, απλή μελωδία από τη μεριά των πνευστών που χτίζει ενέργεια και μεταφέρεται στα χάλκινα πνευστά, τις τρομπέτες και τα έγχορδα πριν από την επιστροφή της σε ένα γαλήνιο σόλο φλάουτου. Ένα πένθιμο κάλεσμα στα γαλλικά κόρνα αντηχεί και επαναλαμβάνεται από ένα σόλο όμποε και άλλα σόλο όργανα πριν κλιμακωθεί η ενότητα με κρουστά και τρομπέτες. Ο Δρόμος σε μια Μεθοριακή Πόλη έρχεται μετά, ξεκινώντας με έναν χαρούμενο σκοπό πεδιάδας από το πίκολο, ο οποίος περνά και από άλλα μέρη της ορχήστρας. Μια χορευτική αίσθηση γρήγορα έρχεται στα μέρη των τρομπετών και των εγχόρδων, η οποία γειώνεται από τους ρουστίκ ήχους του ξύλινου μπλοκ που κρατά τον ρυθμό. Τα παρόμοια μουσικά μοτίβα που εναλλάσσονται μπρος πίσω μεταξύ διαφόρων σόλο οργάνων και συνόλων εισάγουν μια ευρεία επιλογή χαρακτήρων και δίνουν στο κοινό μια γεύση από το χάος της ζωής στην Αμερικανική Άγρια Δύση.
Ο Κόπλαντ μετά οδηγεί τους ακροατές του πιο νότια, και ξεκινά την Μεξικάνικη γιορτή και το φινάλε με ένα ευρύ σόλο τρομπέτας πάνω από μια εναλλασσόμενη αίσθηση δύο τρίτων από το ξύλινο μπλοκ που παίζει από κάτω. Τα μελωδικά και ρυθμικά σήματα που έχουν γραφτεί εδώ από τον Κόπλαντ αντικατοπτρίζουν τον καιρό του / την παραμονή του στο Μεξικό τη δεκαετία του ’30, όπου βρήκε παραδοσιακές Μεξικάνικες μελωδίες για να τις μπολιάσει με Αμερικάνικο φολκλόρ και γοητεία της μουσικής “country”. Η ενότητα διακόπτεται απότομα από απειλητικές συγχορδίες από τις τρομπέτες και τα τσέλα που ανακοινώνουν τον θάνατο της μητέρας του Billy, καθώς και την εκδίκησή του εναντίον του δολοφόνου της. Ένα ανήσυχο κάλεσμα, αναγνωρίσιμο από την πρώτη ενότητα, εμφανίζεται πάλι στο σόλο όμποε και αντηχεί στο φαγκότο, μεταβαίνοντας ομαλά στην επόμενη αργή και γαλήνια ενότητα, Νύχτα της Πεδιάδας. Οι ακροατές εδώ δραπετεύουν από την αταξία της μεθοριακής ζωής για μια απαλή, στοχαστική παύση όπου ο Billy πενθεί τη μητέρα του και έρχεται αντιμέτωπος με την νέα του μοναξιά. Το σόλο φλάουτο περνάει ένα λυπητερό μοτίβο στο σόλο της τρομπέτας, της οποίας οι απλές φράσεις ανεβαίνουν πάνω από ένα λεπτό ακομπανιαμέντο στην υπόλοιπη ορχήστρα, αποδίδοντας τη μεγαλοπρέπεια και την απόγνωση της ζωής ενός καουμπόη στην πεδιάδα. Το κοινό μπορεί σχεδόν να νιώσει το τσουχτερό κρύο σε αυτή τη στιγμή απόλυτης ηρεμίας κάτω από τον έναστρο ουρανό της εξοχής.
Η στιγμή ηρεμίας και στοχασμού της ενότητας διακόπτεται σύντομα από γρήγορα χτυπήματα των κρουστών και οξείες πνιχτές παρεμβολές στο τμήμα των τρομπετών, ενώ ο Billy εντοπίζεται και συλλαμβάνεται από μια αντίπαλη συμμορία μετά από μια ανταλλαγή πυροβολισμών. Ένα διστακτικό μοτίβο στα πνευστά αναπτύσσεται στην γιορτή της επόμενης ενότητας, όπου η πόλη πανηγυρίζει την αιχμαλωσία του διάσημου καουμπόη. Ακολουθεί ένα χαοτικό και δυσαρμονικό εμβατήριο, το οποίο τελειώνει με ένα απότομο ντιμινουέντο και μια φθίνουσα νότα της τρομπέτας που σηματοδοτεί τον θάνατο του Billy. Μία αργή, πένθιμη ενότητα την οποία παίζουν τα έγχορδα αποτυπώνει τις συνέπειες της εκτέλεσης του Billy. Μετά την πομπή, το φινάλε ανοίγει με το ίδιο, αλλά πιο απειλητικό τώρα, κάλεσμα των κόρνων από την πρώτη ενότητα. Αυτό το μοτίβο εναλλάσσεται με παρόμοιο τρόπο μεταξύ των ενοτήτων και των σόλο οργάνων και αναπτύσσεται σε μια θριαμβευτική φανφάρα χάλκινων πνευστών η οποία αποτυπώνει τη βραχυχρόνια δόξα του Αμερικανού καουμπόη και την ταραχώδη ζωή του στην περιοχή. Έτσι τελειώνει η περιήγηση του Ααρών Κόπλαντ στην Άγρια Δύση και η ιστορία ενός από τους πιο άγριους που πέρασαν ποτέ από αυτήν.
Aiden Magley, ’25
Μετάφραση – Απόδοση: Άρης Παναγιώτης Τσομώκος ’27, προπτυχιακός φοιτητής Πανεπιστημίου Yale από την Αθήνα